Η αντιμετώπιση της ακρίβειας θέλει σοβαρή πολιτική και όχι μέτρα βιτρίνας
Άρθρο στο capital.gr
Κάθε ελληνικό νοικοκυριό κάνει σήμερα τον ίδιο λογαριασμό στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Και ο λογαριασμός δεν βγαίνει. Δεν βγαίνει με τον μισθό, δεν βγαίνει με τη σύνταξη, δεν βγαίνει με δύο δουλειές. Το μοσχάρι ακρίβυνε 15,6% μέσα σε έναν χρόνο. Το αρνί 16,2%. Το ψάρι 11%. Το φυσικό αέριο σχεδόν 25%, το ενοίκιο 7%. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τρέχει με 4,4%, όταν στην Ευρωζώνη έχει πέσει στο 2,8%. Δεν πληρώνουμε πια, εδώ και χρόνια, μόνο τον πληθωρισμό της Ευρώπης. Πληρώνουμε και τον δικό μας — και αυτός έχει ελληνική υπογραφή. Μόνο η απόσταση που μας χωρίζει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στον πληθωρισμό κοστίζει στο μέσο ελληνικό νοικοκυριό πάνω από 200 ευρώ τον χρόνο, με βάση τις δαπάνες που καταγράφει η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ. Ένας φόρος ακρίβειας που δεν ψηφίστηκε ποτέ από κανένα κοινοβούλιο — αλλά εισπράττεται κάθε μέρα, σε κάθε ταμείο. Όλα αυτά,την ώρα που η κυβέρνηση συρρικνώνει το κοινωνικό κράτος και στέλνει τους πολίτες σε ακριβές ιδιωτικές λύσεις.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η κυβέρνηση απαντά με μια “Εθνική Πρωτοβουλία”: εθελοντικές μειώσεις τιμών από τις 31 Αυγούστου έως τις 31 Δεκεμβρίου. Οι πολίτες τη σκηνή αυτή την έχουν ξαναδεί. Το 2023 λεγόταν “Μόνιμη Μείωση Τιμής” — έφτασε τα 948 προϊόντα, πανηγυρίστηκε δεόντως, και ο πληθωρισμός των τροφίμων συνέχισε ανενόχλητος τον δρόμο του. Πριν από αυτήν ήταν το “καλάθι του νοικοκυριού”. Κάθε χρόνο και μια πανηγυρική ανακοίνωση· κάθε επόμενο χρόνο και μια αποτυχία. Απολογισμό, με στοιχεία και όχι με δελτία Τύπου, δεν είδαμε ποτέ.
Ας δούμε όμως το ίδιο το μέτρο από κοντά, γιατί οι λεπτομέρειές του λένε περισσότερα από τις εξαγγελίες. Πρώτον: ως τιμή αναφοράς για τις μειώσεις ορίζεται η τιμή ραφιού της 27ης Αυγούστου. Δηλαδή, όλο το καλοκαίρι οι τιμές μένουν ελεύθερες να ανέβουν, και η “μείωση” του Σεπτεμβρίου θα μετρηθεί από την κορυφή. Δεύτερον: τα προϊόντα τα διαλέγουν οι ίδιες οι εταιρείες. Ποιος σοβαρός άνθρωπος περιμένει ότι θα βάλουν στη λίστα τους κωδικούς που πουλάνε, και όχι εκείνους που θέλουν να ξεφορτωθούν; Τρίτον: η ελάχιστη δέσμευση είναι δύο μήνες — μικρότερη κι από του 2023, που ήταν έξι. Ένα προϊόν μπορεί να μπει στη λίστα τον Σεπτέμβριο και να την εγκαταλείψει πριν από τα Χριστούγεννα. Και τέταρτον, το κυριότερο: την 1η Ιανουαρίου 2027 το μέτρο εκπνέει και οι τιμοκατάλογοι απελευθερώνονται πλήρως, με τέσσερις μήνες συσσωρευμένου κόστους να περιμένουν στη σειρά. Τι πιστεύει η κυβέρνηση ότι θα συμβεί εκείνο το πρωί; Το ξέρει. Απλώς ελπίζει να μην το ρωτήσει κανείς πριν από τις γιορτές. Ή ίσως και πριν από τις εκλογές.
Θα ακούσουμε, βεβαίως, και το αντεπιχείρημα — ας το προλάβω. Το λιανεμπόριο επικαλείται τις μετρήσεις του κλάδου, σύμφωνα με τις οποίες οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ αυξάνονται φέτος με ρυθμό κάτω του μισού τοις εκατό. Δεν θα αμφισβητήσω το νούμερο· θα το πάρω στα σοβαρά, γιατί λέει κάτι που η κυβέρνηση δεν θέλει να ακούσει. Αν στα τυποποιημένα προϊόντα οι τιμές είναι σχεδόν σταθερές, τότε η “Εθνική Πρωτοβουλία” στοχεύει εκεί που ο πόνος είναι μικρότερος — και αφήνει στο απυρόβλητο το κρέας, τον λογαριασμό του ρεύματος, το ενοίκιο και το τραπέζι της ταβέρνας, εκεί δηλαδή που πραγματικά ματώνει το εισόδημα. Η κυβέρνηση διάλεξε να δώσει τη μάχη στο μοναδικό μέτωπο όπου δεν χρειαζόταν, επειδή είναι το μοναδικό όπου μπορεί να βγάλει φωτογραφία νίκης.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, που οφείλουμε να το πούμε καθαρά. Όταν οι τιμές διαμορφώνονται σε συσκέψεις υπουργών με επιχειρηματίες, αυτό δεν είναι επιτυχία της πολιτικής — είναι ομολογία ότι η αγορά δεν λειτουργεί. Αν χρειάζεται σύσκεψη στο Μαξίμου για να φθηνύνει το απορρυπαντικό κατά 5%, τότε το πρόβλημα δεν είναι το απορρυπαντικό. Είναι ο ανταγωνισμός που δεν υπάρχει, το κόστος ενέργειας που παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, οι κλειστές αλυσίδες διανομής, η παραγωγική βάση που εισάγει σχεδόν ό,τι καταναλώνει. Η κυβέρνηση, επτά χρόνια τώρα, διαχειρίζεται τα συμπτώματα και αφήνει άθικτες τις αιτίες — γιατί οι αιτίες έχουν κόστος, ενώ οι σημάνσεις έχουν κάμερες.
Και εδώ θέλω να απευθυνθώ όχι μόνο στους πολίτες, αλλά και στις σοβαρές επιχειρήσεις αυτού του τόπου — γιατί υπάρχουν, και είναι πολλές. Ο παρεμβατισμός της στιγμής δεν είναι φίλος τους. Μια οικονομία όπου οι τιμές “διορθώνονται” με έκτακτες συσκέψεις και ανακοινώσεις υπό πίεση είναι μια οικονομία χωρίς προβλεψιμότητα: σήμερα το κόστος του μέτρου το πληρώνει ο προμηθευτής, αύριο ο έμπορος, μεθαύριο όποιος βρεθεί μπροστά στην κάμερα. Οι υγιείς επιχειρήσεις δεν χρειάζονται κηδεμόνα, ούτε δημόσιες σχέσεις με το κράτος· χρειάζονται κανόνες σταθερούς, ανταγωνισμό που λειτουργεί και ενέργεια που δεν τους καθιστά εξ ορισμού ακριβότερους από τον Ευρωπαίο ανταγωνιστή τους. Το αίτημα για μια αγορά που δουλεύει δεν είναι αίτημα κατά των επιχειρήσεων. Είναι το μόνο αίτημα που τις προστατεύει μακροπρόθεσμα. Και για να μην υπάρξει καμία παρεξήγηση: δεν ζητώ επιστροφή σε δελτία τιμών και αγορανομικές διατάξεις. Ζητώ ακριβώς το αντίθετο — μια αγορά τόσο ανοιχτή και τόσο ανταγωνιστική, ώστε να μη χρειάζεται κηδεμόνα.
Η δική μας πρόταση είναι λιγότερο τηλεοπτική και περισσότερο επίπονη — γι’ αυτό και είναι πολιτική, όχι επικοινωνία. Πρώτον, ανταγωνισμός στην πράξη: τα πορίσματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού να παίρνουν τον δρόμο της εφαρμογής και όχι του συρταριού, με άνοιγμα των κλειστών αγορών σε καύσιμα, διανομή και εφοδιαστική αλυσίδα. Δεύτερον, ενέργεια: το ρεύμα και το αέριο είναι ο αόρατος φόρος μέσα σε κάθε τιμή ραφιού· χωρίς δομική παρέμβαση στη χονδρεμπορική αγορά, κάθε άλλο μέτρο είναι ασπιρίνη σε πνευμονία. Τρίτον, μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα: μόνιμη, στοχευμένη, με έλεγχο της μετακύλισής της στον καταναλωτή — όχι μια χάρη που ζητάμε από τις εταιρείες, αλλά μια απόφαση που παίρνει η Πολιτεία και την οποία η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά. Τέταρτον, παραγωγή: όσο η χώρα εισάγει το κρέας και τη ζωοτροφή της, θα πληρώνει τον πληθωρισμό των άλλων με το δικό της εισόδημα· η στήριξη του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης είναι η μόνη μόνιμη αντιπληθωριστική πολιτική. Πέμπτον, πραγματικοί έλεγχοι στην αγορά. Όχι αποσπασματικές επιχειρήσεις λίγες ημέρες πριν από τις γιορτές και πρόστιμα που ανακοινώνονται για επικοινωνιακούς λόγους, αλλά μόνιμος και ψηφιακός έλεγχος σε ολόκληρη την αλυσίδα από τον εισαγωγέα και τον προμηθευτή έως το ράφι.
Και έκτον— μια πρόταση συγκεκριμένη, που τη θέτω εδώ ως θεσμική δέσμευση: μια Ρήτρα Λογοδοσίας. Να προβλέπεται εκ του νόμου ότι κάθε κυβερνητικό μέτρο για την ακρίβεια συνοδεύεται υποχρεωτικά, εντός έξι μηνών, από δημόσια αποτίμηση με ανοιχτά δεδομένα: ποια προϊόντα εντάχθηκαν, τι τιμές είχαν πριν, τι τιμές είχαν μετά, τι κέρδισε πραγματικά ο καταναλωτής. Τα στοιχεία υπάρχουν — συλλέγονται ήδη από τους μηχανισμούς παρακολούθησης τιμών του κράτους· το μόνο που λείπει είναι η βούληση να δημοσιευθούν με τρόπο που να ελέγχεται. Όποιος είναι βέβαιος για την πολιτική του, ή είναι ανοιχτός σε βελτίωση, δεν φοβάται τη μέτρησή της. Και αντιστρόφως: όποιος αρνείται τη μέτρηση, έχει ήδη ομολογήσει το αποτέλεσμα.
Δεν υποσχόμαστε θαύματα — όποιος υπόσχεται θαύματα στην οικονομία, σχεδιάζει την επόμενη απογοήτευση. Λέμε κάτι απλούστερο: υπάρχουν σοβαρές πολιτικές και υπάρχουν βιτρίνες. Σοβαρή πολιτική είναι αυτή που αλλάζει τους όρους λειτουργίας της αγοράς, ώστε οι τιμές να πέφτουν επειδή έτσι δουλεύει ο ανταγωνισμός — όχι επειδή το ζήτησε ευγενικά ένας υπουργός. Βιτρίνα είναι να ζητάς από τον πολίτη να πιστέψει ότι το πρόβλημα λύθηκε επειδή απέκτησε αυτοκόλλητο.
Οι πολίτες δεν ζητούν πολλά. Ζητούν να μην τους θεωρούμε αφελείς. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα προϊόντα θα μπουν σε μια λίστα μέχρι τα Χριστούγεννα. Είναι τι οικονομία και τι αγοραστική δύναμη θα έχουμε τον Ιανουάριο, όταν οι λίστες τελειώσουν και μείνουμε — πάλι — μόνοι με τις αποδείξεις στο χέρι.