«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα εξελιχθεί σε έναν πόλεμο με πολλούς εμπλεκόμενους, σε πολλά μέτωπα, και πιθανότατα σε πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Ακόμα και μετά το τέλος των επιχειρήσεων. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν θα αφήσει καμία παγκόσμια συμμαχία, καμία χώρα, καμία κοινωνική ομάδα ανεπηρέαστη.

Σε αυτό το παγκόσμιο σκηνικό, δεν ξέρουμε ακόμα ποιος θα έχει πραγματικό κέρδος.

Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ποιος θα χάσει.

Θα χάσει αυτός που φοβάται και δεν διεκδικεί.

Αυτός που κρύβεται και προσεύχεται ότι δεν θα επηρεαστεί.

Ειδικά σε αυτές τις στιγμές η πολιτική ηγεσία οφείλει, να εμπνέει εμπιστοσύνη. Να καθησυχάζει, χωρίς να ησυχάζει ούτε δευτερόλεπτο. Και αυτό δεν το χτίζεις κάνοντας μονάχα τα αυτονόητα.

Για εμάς αυτονόητο είναι ότι θα σταθούμε δίπλα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στο νησί της Κύπρου.

Όσοι έχουν εμπειρία από θέματα εξωτερικής πολιτικής γνωρίζουν πως η Ελλάδα έχει βρεθεί επανειλημμένα, τις τελευταίες δεκαετίες, μπροστά σε πολύ σκοτεινές εξελίξεις στην άμεση και ευρύτερη γειτονιά μας.

Μπροστά σε πιεστικά, αμείλικτα διλήμματα του τύπου «είστε μαζί μας ή εναντίον μας;».

Αν δεν λύγισε η Ελλάδα μπροστά σε τέτοια διλήμματα άλλων αυτό ήταν διότι πάντα έκανε παραπάνω από τα αυτονόητα.

Ασταμάτητα δρούσε. Ασταμάτητα έπαιζε τον ρόλο της γέφυρας. Όχι του συνόρου.

Και έτσι όλοι ήξεραν, πάντοτε, πού στέκει η Ελλάδα:

Στο πλευρό του διεθνούς δικαίου για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Αλλά και ευρύτερα του δικαίου, όσο δύσκολο κι αν είναι πολλές φορές να το διακρίνεις, ειδικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Και το σεβόντουσαν αυτό όλοι. Διότι ήταν μία καθαρή, σταθερή, επίμονη θέση.

Με δικές μας πρωτοβουλίες πείθαμε τους πάντες για μία αδιαμφισβήτητη αλήθεια:

Ότι οι περισσότεροι διεθνείς παράγοντες που επεμβαίνουν σε διάφορα σημεία της ευρύτερης γειτονιάς μας, κάνουν ό,τι κάνουν, και μετά φεύγουν.

Αργά ή γρήγορα, το ενδιαφέρον τους μετατοπίζεται αλλού.

Εμείς όμως, η Ελλάδα, ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ.

Σε αυτή τη γειτονιά. Με αυτούς τους γείτονες. Σε αυτό το σταυροδρόμι τριών ηπείρων και ακόμη περισσότερων θρησκειών και πολιτισμών.

Για αυτό πείθαμε πως είναι προς το συμφέρον και το δικό μας, και των συμμάχων μας, η Ελλάδα να λειτουργεί όχι μόνο ως φάρος διεθνούς δικαίου και σταθερότητας σε μία ταραγμένη περιοχή, αλλά και ως έντιμος διαμεσολαβητής σε μία περιοχή όπου σπανίζει και η ειλικρίνεια και η διαμεσολάβηση.

Η Ελλάδα ως γέφυρα συνεννόησης και ειρήνευσης σε μία ευρύτερη γειτονιά που έχει μάθει περισσότερο να γκρεμίζει, παρά να χτίζει, γέφυρες συνεννόησης.

Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της λεγόμενης «πολυδιάστατης» ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ότι η Ελλάδα ως διαμεσολαβητής κρατούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τους πάντες στην περιοχή της.

Χωρίς ποτέ αυτό να σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε ή επικροτούμε τις καταδικαστέες πρακτικές οποιουδήποτε καθεστώτος.

Και πάνω σε αυτό, παρουσιάζαμε πάντα και προωθούσαμε με κάθε τρόπο την Ελλάδα ως ενεργό μέρος της λύσης, σε κάθε διένεξη.

Γέφυρα, όχι σύνορο.

Γιατί μην έχετε καμία αμφιβολία.

Ακόμα και πριν την πρώτη τουφεκιά, έχει ήδη ξεκινήσει η υπόγεια, διπλωματική (ή με άλλες διόδους), προσπάθεια διεξόδου από τη σύγκρουση και η εξεύρεσης λύσης.

Έτσι λειτουργούν οι διεθνείς σχέσεις. Ακόμα και μεταξύ μερών που σφάζονται στο πεδίο της μάχης.

Αν έχεις την αξιοπιστία, τη διακριτικότητα, την καπατσοσύνη και είσαι εξαρχής παρών, τότε αναβαθμίζεις συνεχώς το ειδικό πολιτικό και διπλωματικό σου βάρος.

Με ιδιαίτερα ευεργετικές συνέπειες και για τα εθνικά σου συμφέροντα.

Αυτό είναι η δύναμη της Ελλάδας. Αυτό έκαναν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και όσοι ακολούθησαν το δόγμα του.

Αν δεν είσαι παρών, αν κρύβεσαι, αν φοβάσαι, τότε χάνεις συνεχώς κύρος.

Εκεί βρισκόμαστε, δυστυχώς, επί σημερινής κυβέρνησης.

Και το ακόμα προβληματικότερο:

Αφήνεις ελεύθερο το πεδίο σε άλλους στη γειτονιά να αναβαθμίζουν το δικό τους ειδικό βάρος. Βλέπε Τουρκία.

Στην εξωτερική πολιτική, για μία χώρα σαν την Ελλάδα, το πιο ακριβό νόμισμα είναι η συνέπεια.

Αν κατάφερε στο παρελθόν η χώρα μας να γίνει παίκτης σε κάθε τι που αφορούσε την ευρύτερη γειτονιά της ήταν γιατί όλοι ανεξαιρέτως, είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν μαζί μας, ήξεραν ποια είναι η Ελλάδα:

Ένας έντιμος διαμεσολαβητής. Μία χώρα που θα προασπιστεί παντού και πάντα, το δίκαιο και τα συμφέροντά της.

Και αυτό δεν το κρύβαμε. Το διαφημίζαμε. Ήταν και θα είναι η δύναμή μας.

Διότι χρήσιμος στην εξωτερική πολιτική γίνεσαι με το να είσαι συνεπής.

Προφανώς λοιπόν και πρέπει, να τηρούμε απαρέγκλιτα το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Μία ακόμα ιστορική εθνική πρωτοβουλία του Ανδρέα Παπανδρέου.

Με χαρά άκουσα την κυβέρνηση να λέει πως «η Κύπρος κείται πλησίον» αναφερόμενη στην αποστολή φρεγατών και F-16 στη Μεγαλόνησο.

Μήπως όμως η Κύπρος ακόμα «κείται μακράν» για την ελληνική κυβέρνηση σε ότι αφορά το καλώδιο;

Ας μας πει.

Και τέλος, προφανώς και πρέπει η Ελλάδα να μη γίνει μέρος του προβλήματος.

Πρέπει, όμως, να σταματήσουμε να κρυβόμαστε, και να γίνουμε παίκτες, ενεργό μέρος της λύσης.

Υιοθετώντας ξανά το ρόλο του έντιμου διαμεσολαβητή.

Έχουμε την εμπειρία, έχουμε την ιστορία, έχουμε τη διπλωματική ικανότητα, έχουμε κάθε συμφέρον».