Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σε κάθε νομοθέτημα, κάθε πράξη και κάθε λέξη αυτής της κυβέρνησης αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα ότι διάγουμε την τελευταία περίοδο της κυβέρνησης της δήθεν «αριστείας», της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η εξωτερική της πολιτική, παραιτημένη, εξαντλείται σε ευχολόγια, αντί να παίρνει πρωτοβουλίες.

Η αναπτυξιακή της πολιτική εξαντλείται σε απευθείας αναθέσεις, αντί να σχεδιάζει και να υλοποιεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο όπως υποσχέθηκε.

Και η κοινωνική της πολιτική, αντί για ένα ολοκληρωμένο σύστημα απελευθέρωσης των κοινωνικών, πολιτισμικών και οικονομικών δυνάμεων της κοινωνίας, εξαντλείται σε επιδόματα.

Και αυτά, όχι με στόχο την κοινωνική ευημερία.

Αλλά με το φοβισμένο βλέμμα της Κυβέρνησης στραμμένο στις δημοσκοπήσεις.

Πόσο λυπηρό για μία Παράταξη που κάποτε τα καταδίκαζε αυτά;

Καθημερινό φαινόμενο πλέον, οι επιθέσεις κυβερνητικών στελεχών σε θεσμούς, εγχώριους και ευρωπαϊκούς, που κάνουν τη δουλειά τους.

Πόσο λυπηρό για μία κυβέρνηση που ήρθε με σημαία την αποκατάσταση της λειτουργίας των θεσμών.

Για μία Παράταξη που κάποτε ήταν περήφανη για τον φιλοευρωπαϊκό χαρακτήρα της.

Μια Παράταξη ιστορική, που πίστεψε στο μήνυμα της «αριστείας» του κ. Μητσοτάκη κατά του πελατειακού κράτους και του ρουσφετιού, εξαντλείται σήμερα, στο να δικαιολογεί το ρουσφέτι και να μετράει, για χάρη του κ. Μητσοτάκη, δικογραφίες.

Τι ψέμα ή δικαιολογία θα πουν σήμερα και πώς αυτό μπορεί να αναιρέσει το ψέμα ή τη δικαιολογία που είπαν χθες. Μόνο με αυτό ασχολείται ολόκληρη κυβέρνηση.

Τραγικό και προσβλητικό μαζί για όσους υπηρέτησαν και υπηρετούν την κυβερνώσα σήμερα Παράταξη.

Η πολιτική αλλαγή έχει καταστεί πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλότητα της χώρας. Και έχει γίνει κοινωνική συνείδηση.

Δείγμα της διολίσθησης της κυβέρνησης, όχι δείγμα, παράδειγμα, είναι το σημερινό νομοσχέδιο.

Όσο πιο ογκώδη, και πολύπλοκα τα νομοθετήματα αυτής της κυβέρνησης, τόσο πιο συχνά ξεκινούν με τη λέξη «Απλούστευση» στον τίτλο. Ειρωνεία μοναδικής λεπτότητας. 

Και σε αυτό το νομοσχέδιο ο τίτλος μόνο είναι 70 λέξεις.

Και είναι πραγματικά λυπηρό διότι το νομοσχέδιο δεν στερείται παρεμβάσεων στη σωστή κατεύθυνση.

Τα άρθρα για τις λαϊκές αγορές, για παράδειγμα. Το γεγονός όμως ότι το Υπουργείο καταφεύγει σε άλλη μια συρραφή άρθρων που δημιουργούν ένα δαιδαλώδες νομοθέτημα, που προστίθεται στην πολυνομία, που κάποτε υποσχέθηκε θα πατάξει, είναι, από μόνο του, τραγικό. Και για την αγορά και για την ανάπτυξη και για την οικονομία.

Η δε έκθεση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το νομοσχέδιο είναι κόλαφος.

Γράφει: «Σοβαρά ζητήματα εγείρονται αναφορικά με την ποιότητα νομοθέτησης και τις αρχές διακυβέρνησης». Ξέρετε τι σημαίνει αυτό στη δική τους, «διπλωματική» γλώσσα; Πάρτε το. Ξαναγράψτε το. Ξαναφέρτε το.

Και το εξηγεί μιλώντας: Για αδυναμία ουσιαστικής διαβούλευσης. Για τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων που πρόσφατα τροποποιήθηκαν. Για σοβαρές δομικές αδυναμίες σε κάθε επιχειρούμενη απλοποίηση. Και για εκτεταμένη χρήση εξουσιοδοτικών διατάξεων.

Με τέτοια σχόλια καμία κυβέρνηση που παίρνει σοβαρά το ρόλο της δεν θα έφερνε το νομοσχέδιο. Σίγουρα δεν θα το ονόμαζε «μεταρρύθμιση».

Αλλά τι είναι η ΟΚΕ για τους σημερινούς κυβερνώντες;

Ένας θεσμός ακόμα που δεν κατανοεί την «αριστεία» των «αρίστων» της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Μήπως θα θέλατε να καταργήσετε και την ΟΚΕ, κ. εκπρόσωπε της Πλειοψηφίας; Ρητορικά ρωτάω. Μη σας μπαίνουν ιδέες.

Η επόμενη κυβέρνηση της χώρας, θα πρέπει να εμπεδώσει διαδικασίες σωστής, διαφανούς και συμμετοχικής νομοθέτησης.

Ξεκινώντας από το απλό: Να αποκαταστήσει το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί. Η διαβούλευση να σημαίνει διαβούλευση. Όχι ξεπέτα. Η απλούστευση διαδικασιών να σημαίνει απλούστευση. Όχι νέος λαβύρινθος. Η ψηφιακή διακυβέρνηση να σημαίνει ψηφιακή διακυβέρνηση. Όχι ψηφιακή γραφειοκρατία.

Και το τέρμα στις καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών να σημαίνει τέρμα στις καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών.

Θυμηθείτε, πόσες φορές έχουμε φέρει ως ΠΑΣΟΚ πραγματικές λύσεις με τροπολογίες;

Πρώτη αντίδραση; «Είστε λαϊκιστές» μας λέτε. Και μετά από πίεση, (πολιτική και κοινωνική) ελλιπή μέτρα. Πολύ λίγα, πολύ αργά.

Αλλά τα προβλήματα παραμένουν. Γιατί; Διότι η Κυβέρνηση κάνει επικοινωνιακή διαχείριση αντί να κάνει μεταρρυθμίσεις.

Απόδειξη; Καμία από τις τρεις τροπολογίες που φέρνουμε σήμερα ως ΠΑΣΟΚ, δεν θα ήταν απαραίτητη αν η κυβέρνηση είχε κάνει τη δουλειά της στον τρόπο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.

Αν υπήρχε στην Ελλάδα πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών και σωστή ενημέρωση του πολίτη, για τις χρεώσεις σε κάθε συναλλαγή, δεν θα υπήρχαν υπερκέρδη.

Και αν δεν υπήρχαν υπερκέρδη δεν θα χρειαζόταν τροπολογία για τη φορολόγησή τους.

Το ίδιο ισχύει και για την τροπολογία μας για τις τραπεζικές χρεώσεις. Διότι οι τράπεζες συνεχίζουν αυτό που έχω ονομάσει «τρίτη ανακεφαλαιοποίηση».

Δηλαδή, την αύξηση των κερδών τους από χρεώσεις που ο πολίτης δεν γνωρίζει ή δεν έχει την επιλογή να μην πληρώσει.

Από την απόσταση που χωρίζει τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων μέχρι τις χρεώσεις που εμφανίζονται χωρίς να έχει ενημερωθεί επαρκώς ο χρήστης των υπηρεσιών τους.

Ούτε τέλος, θα χρειαζόταν η τροπολογία μας για την ταχύτερη εξυγίανση των τραπεζών, και της απαλλαγής του Έλληνα πολίτη από το ρίσκο του αναβαλλόμενου φόρου, αν δεν βιαζόταν η κυβέρνηση, να δώσει σε αυτές τις τράπεζες που κάνουν αυτές τις χρεώσεις, το ελεύθερο να δώσουν μερίσματα από αυτά τα υπερκέρδη.

Η απλή πραγματικότητα είναι ότι καμία από αυτές τις τροπολογίες που καταθέσαμε δεν θα χρειαζόταν αν η κυβέρνηση έκανε τη δουλειά της. Αν επιτηρούσε σωστά τη λειτουργία των τραπεζών, και ενθάρρυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Το πρόβλημά μας λοιπόν δεν είναι οι τράπεζες, αλλά είναι το ίδιο που έχει η Ελλάδα ολόκληρη: μια κυβέρνηση που δεν κάνει τη δουλειά της.Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή η κυβέρνηση εκλέχτηκε με την υπόσχεση της αριστείας.

Στην πολιτική όμως, «άριστος» δεν είναι το ψώνιο που μαγεύεται από την εξουσία του.

Άριστος είναι εκείνος που βάζει το δημόσιο συμφέρον πάνω από τις φιλοδοξίες του και αγωνίζεται για να το διασφαλίσει.

Στην πράξη. Χωρίς ύφος και μεγάλα λόγια.

Αυτός ή αυτή που θέλει και μπορεί να λογοδοτεί στον πολίτη γιατί έχει παλέψει για το κοινό καλό και ας έχει κάνει λάθη.

Τα λάθη, οι πολίτες θα σου τα συγχωρήσουν, αν δουν ότι πάλεψες να κάνεις πράξη ό,τι υποσχέθηκες. Γιατί;

Διότι μόνο εκείνοι διατηρούν το δικαίωμα να κρίνουν ποιος από εμάς είναι άριστος και ποιος είναι άχρηστος.

Και από ό,τι ξέρω, αυτό το Πάσχα κάποιοι από εσάς, εισπράξατε μια προδιάθεσή τους για την κυβέρνηση.

Σας ευχαριστώ.